About Report a problem

Menu

ἀποπέτομαι

ἀποπέτομαι, to fly off

ἀποπέτομαι, fut. -πετήσομαι Ar. Pax 1126: aor. ἀπεπτάμην, part. -πτάμενος, inf. -πτάσθαι Hdt. 7.13: also ἀπεπτόμην Ar. Av. 90; aor.2 ἀπέπτην, 3 pl. ἀπέπταν Emp. 2.4; inf. ἀποπτῆναι AP 5.211 (Mel.):—
  • fly off or away, esp. of dreams, ᾤχετʼ ἀποπτάμενος Il. 2.71; ψυχὴ δʼ ἠύτʼ ὄνειρος ἀποπταμένη πεπότηται Od. 11.222; ἀπέπτετο Ar. Av. 90; ἐς τἀπὶ Θρᾴκης ἀποπέτου ib. 1369; οἴχεται ἀποπτάμενος Pl. Smp. 183e; συχνὸν ἀποπτάς Arist. HA 619a32; ψυχῆς ἐκ μελέων ἀποπταθείσης IG 9(1).883.6 (Corcyra).

Saved

Recent