ἀποπίμπρημι Save LSJ Bailly 2024 Pape ἀποπίμπρημι, only in aor. ἀπέπρησεν· ἀπεδάκρυσεν, ἀπεφύσησεν, ἀπέμαρεν, Hsch. ἀπο·πίμπρημι (ao. 3 sg. ἀπέπρησε) incendier, Archil. 99. ἀποπίμπρημι, (πίμπρημι), ab-, anbrennen, ἀπέπρησε Arch. frg. 99.