ἀποπιμπλάνω
ἀποπιμπλάνω, rare form of sq., Agath. 5.21.
aplacar, calmar pas.
ὡς ἂν ... τὸ τῆς νεότητος ὀξὺ ... ἐν τοῖς προσήκουσι καὶ ἀναγκαίοις ἀποπιμπλάνοιτο
ἀποπιμπλάνω, Sp., Nebenform zu ἀποπίμπλημι.
aplacar, calmar pas.
ὡς ἂν ... τὸ τῆς νεότητος ὀξὺ ... ἐν τοῖς προσήκουσι καὶ ἀναγκαίοις ἀποπιμπλάνοιτο