ἀποπιπράσκω
ἀποπιπράσκω, sell off
ἀποπιπράσκω,
- sell off, ξύλων τῶν ἀποπραθέντων BCH 6.20 (Delos, ii B.C.).
vender un cargo público, Malch.9.29, en v. pas.
ξύλων τῶν ἀποπραθέντων