ἀπόκτησις
ἀπόκτησις, deed of gift
ἀπόκτησις, εως, ἡ,
- deed of gift, PGrenf. 2.70.26 (iii A. D.).
- 2 loss, θάνατος ἀ. βίου Secund. Sent. 19, cf. Paul.Al. N. 4.
1 donación, PGrenf.2.70.26 (III d.C.).
2 pérdida ref. a la muerte
ἀπόκτησις βίου
τῆς τῶν προσόντων αὐτῷ ἀποκτήσεως
ἀπόκτησις, εως (ἡ) perte, dépossession, Chrys. 4, 298.
Étym. ἀποκτάομαι.
ἀπόκτησις, ἡ, Verlust, Sp.