ἀποκρυφή
ἀποκρυφή, hiding-place
ἀποκρῠφή, ἡ,
- hiding-place, LXX Jb. 22.14, al.
1 escondrijo
νέφη ἀποκρυφὴ αὐτοῦ
las nubes son su escondrijo
2 ocultación
Ἄρειος δὲ σάρκα μόνην πρὸς ἀποκρυφὴν τῆς θεότητος ὁμολογεῖ
ἀποκρυφή, ῆς (ἡ) [ῠ] cachette, retraite, Spt. Job 22, 14 ; Ps. 17, 13 ; avec ἀπό, Symm. Jes. 32, 2.
Étym. ἀποκρύπτω.
ἀποκρυφή, ἡ, Verborgenheit, Schlupfwinkel, LXX.