ἀποκτάμεν Save LSJ Bailly 2024 Pape Autenrieth Homer ἀποκτάμεν, ἀπο-κτάμεναι, ἀπο-κτάμενος, v. ἀποκτείνω. ἀποκτάμεν, ἀποκτάμεναι, v. ἀποκτείνω. ἀποκτάμεν, s. ἀποκτείνω. ἀποκτάμεν , ἀποκτάμεναι: see ἀποκτείνω.