ἀποκρύβω
ἀποκρύβω,
- = ἀποκρύπτω, v.l. in D.S. 3.25.
esconder, ocultar
ἑαυτοὺς ... εἰς τὴν ὕλην
πάντα
τὸ πρόσωπον
τὴν δύναμιν
esconder, ocultar
ἑαυτοὺς ... εἰς τὴν ὕλην
πάντα
τὸ πρόσωπον
τὴν δύναμιν