ἀπόκρυψις
ἀπόκρυψις, disappearance
ἀπόκρυψις, εως, ἡ,
- disappearance, ἀ. ποιεῖσθαι Arist. Cael. 294a2.
I
1 ocultación, desaparición de astros
ἀπόκρυψις μηνιαία (τῆς σελήνης)
ἥλιος εὐθεῖαν ἀλλ' οὐ περιφερῆ τὴν ἀπόκρυψιν φαίνεται
εἰς ἀπόκρυψιν ἀληθοῦς ὄψεως
2 sentido, significado secreto
τῶν εὐτελεστέρων νομιζομένων
II quizá f.l. por ἀπόκρισις respuesta de Cristo ante las tentaciones
εὐθυβόλοις ἀποκρύφεσι ὑπερκόψας
ἀπόκρυψις, εως (ἡ) action de cacher, Arstt. Cæl. 2, 13, 9.
Étym. ἀποκρύπτω.
ἀπόκρυψις, ἡ, Verbergen, Verborgensein, Sp.