ἀτερπία Save DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape ἀτερπία -ας, ἡ • Alolema: jón. -ίη Democr.B 4; -είη Democr.B 174 falta de placer τέρψις γὰρ καὶ ἀ. Democr.B 4, cf. B 174, Chrysipp.Stoic.3.26. ἀτερπία, ion. ἀτερπίη, v. ἀτέρπεια. ἀτερπία -ας, ἡ, Ion. ἀτερπ(ε)ίη [ἀτερπής] misnoegen, vreugdeloosheid. ἀτερπία, ἡ, = ἀτερψία, Diog.L. 7.97 l.d.