ἀτέρπεια
ἀτέρπ-εια, Ion. ἀτερπ-είη, ἀτερπίη, ἡ,
- = ἀτερψία, Democr. 4, 174, D.L. 7.97.
ἀτέρπεια, ας (ἡ) désagrément, ennui, DL. 7, 97 (corr. p. ἀτερπία) ||
➳ Ion. ἀτερπίη, Démocr. (Clém. Str. 2, 498 et Stob. Fl. 3, 38) ; cf. ἀτερψία.
Étym. ἀτερπής.