ἀτρεμαῖος
ἀτρεμαῖος, not trembling, unmoved
ἀτρεμ-αῖος, α, ον (ος, ον E. Or. 147 (lyr.)),
- = ἀτρεμής, βοά a whisper, l.c.: neut. pl.as Adv., Id. HF 1053 (lyr.); regul. Adv. -αίως Call. Iamb. 1.241; οὐκ ἀτρεμαῖοι Hp. Morb.Sacr. 15, cf. J. AJ 15.7.5.
I
1 inmóvil, tranquilo
οἱ μὲν ὑπὸ φλέγματος μαινόμενοι ἥσυχοί τέ εἰσι ... οἱ δὲ ὑπὸ χολὴν ... οὐκ ἀτρεμαῖοι
ἀτρεμαίῳ καταστήματι ... πρὸς τὸν θάνατον ἀπῄει
• fig. poco estimulante, falto de interés
τὸ γὰρ ... ἐξανιστὰν ἡμᾶς ἐπὶ πράξεις καὶ λόγους οὐ μικρὸν οὐδ' ἀτρεμαῖόν ἐστιν
2 ligero, suave
ὡς ἀτρεμαῖα κέντρα καὶ σώφρονα πώλοις μεταφέρων ἰθύνει
ἀτρεμαῖον ... φέρω βοάν
• neutr. plu. adv. en voz baja
οὐκ ἀτρεμαῖα θρῆνον αἰάζετ', ὦ γέροντες;
II adv. -ως suavemente
τὴν δ' ἀπήλ[λαξε] μάλ' ἀ. ἡ τεκοῦσα τὸ χρῖμ[α
ἀτρεμαῖος, α, ον, c. ἀτρεμής, Eur. Or. 147 ; etc. ; Hpc. 309, 9 ; Plut. Jos.
ἀτρεμαῖος, α, ον, ruhig, leise, βοά Eur. Or. 147 ; Phoen. 182 ; auch Sp.