ἀτρεμεότης Save Bailly 2024 Pape ἀτρεμεότης, ητος (ἡ) c. ἀτρεμία, Hpc. 28, 33. Étym. ἀτρεμέως. ἀτρεμεότης, ητος, ἡ, = ἀτρεμία, Hippocr.