ἄτρητος
ἄτρητος, not perforated, without aperture
- not perforated, without aperture, Pl. Plt. 279e, Arist. HA 516a26; with imperforate anus, Ptol. Tetr. 150; of a virgin, Procop. Arc. 17.
- II Act., not making holes, ζῷα interpol. in Arist. HA 488a25.
1 no perforado
τῶν ἀτρήτων (περικαλυμμάτων) τὰ μὲν νεύρινα φυτῶν ἐκ γῆς, τὰ δὲ τρίχινα
τὸ ὀδόντων γένος, ὀστοῦν τῇ μὲν ἄτρητον, τῇ δὲ τρητόν
ζιγγίβερι ἄ.
• anat., de pers. c. ref. a los órganos sexuales
οἱ δὲ λεγόμενοι ἄτρητοι, εἴτε τρῆμα ἔχοιεν λεπτὸν εἴτε μηδ' ὅλως
εὐνοῦχοι ἢ ἑρμαφρόδιτοι ἢ ἄτρωγλοι καὶ ἄτρητοι γίγνονται
σπάδοντας ποιοῦσι καὶ αὐλικοὺς ἢ στείρας ἢ ἀτρήτους
Σατορνῖνος ... ἐξήνεγκεν ὅτι δὴ οὐκ ἄτρητον γήμαι
Saturnino ... contó que se había casado con una mujer no sin abrir e.d. desvirgada
2 no perforable de metales muy compacto
κυανὸν ἐπίβαλλε, ἕως γένηται ἄρρευστος καὶ ἄ.
• pero cf.
3 que no cava agujeros
(ζῷα) τὰ μὲν τρηματώδη τὰ δ' ἄτρητα
2) Bei Arist. H.A. 1.1.12 stehen ζῷα ἄτρητα den τρηματώδη entgegen, die nicht in Höhlen leben.