Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀφόρμιγκτος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀφοπλιστής
ἀφόρασις
ἀφοράω
ἀφόρδιον
ἀφορεί
ἀφορέω
ἀφόρητος
ἀφορητότης
ἀφορί
ἀφορία
ἀφορίζω
ἀφόριος
ἀφόρισις
ἀφόρισμα
ἀφορισμένως
ἀφορισμός
ἀφοριστέον
ἀφοριστέος
ἀφοριστικός
ἀφοριστικῶς
ἀφορκίζω
ἀφορκισμός
ἄφορκος
ἀφορμάομαι
ἀφορμάρος
ἀφορμάω
ἀφορμή
ἀφορμητικός
ἀφορμία
ἀφορμιάω
ἀφόρμιγκτος
Ἀφορμιεύς
ἀφορμίζομαι
ἀφόρμικτος
Ἀφόρμιον
ἄφορμος
ἀφορολογησία
ἀφορολόγητος
ἄφορος
ἀφόρτιον
ἄφορτος
ἀφόρτως
ἀφόρυκτα
ἀφόρυκτος
ἄφος
ἀφόσιος
ἀφοσιόω
ἀφοσίωμα
ἀφοσίωσις
ἀφοσιωτέον
ἀφότε
ἀφοῦ
ἀφουλόω
ἀφούλωσις
ἀφουλωτικός
Ἀφουμῶν
ἁφόων
ἁφόωντα
ἄφρα
Ἀφρά
ἀφραδέω
…
ἀφόρμιγκτος
Save
Pape
ἀφόρμιγκτος
, = ἀφόρμικτος.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}