Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀφορκισμός
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀφομοιωματικός
ἀφομοιωματικῶς
ἀφομοίωσις
ἀφομοιωτέον
ἀφομοιωτικός
ἀφομοιωτικῶς
ἀφοπλίζομαι
ἀφοπλίζω
ἀφοπλισμός
ἀφοπλιστής
ἀφόρασις
ἀφοράω
ἀφόρδιον
ἀφορεί
ἀφορέω
ἀφόρητος
ἀφορητότης
ἀφορί
ἀφορία
ἀφορίζω
ἀφόριος
ἀφόρισις
ἀφόρισμα
ἀφορισμένως
ἀφορισμός
ἀφοριστέον
ἀφοριστέος
ἀφοριστικός
ἀφοριστικῶς
ἀφορκίζω
ἀφορκισμός
ἄφορκος
ἀφορμάομαι
ἀφορμάρος
ἀφορμάω
ἀφορμή
ἀφορμητικός
ἀφορμία
ἀφορμιάω
ἀφόρμιγκτος
Ἀφορμιεύς
ἀφορμίζομαι
ἀφόρμικτος
Ἀφόρμιον
ἄφορμος
ἀφορολογησία
ἀφορολόγητος
ἄφορος
ἀφόρτιον
ἄφορτος
ἀφόρτως
ἀφόρυκτα
ἀφόρυκτος
ἄφος
ἀφόσιος
ἀφοσιόω
ἀφοσίωμα
ἀφοσίωσις
ἀφοσιωτέον
ἀφότε
ἀφοῦ
…
ἀφορκισμός
Save
DGE
ἀφορκισμός
-οῦ, ὁ
exorcismo
,
IGCh
.210
ter
28 (Amorgos, crist.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}