ἀφοριστέος
ἀφοριστέος, one must put aside
que debe ser definido
τίς ὁ σκοπός τῆς ὀγδόης ὑποθέσεως ἀ. πρότερον;
ἀφοριστέος
verb. adj. of ἀφορίζω
- one must put aside, Arist.
ἀφοριστέος, one must put aside
que debe ser definido
τίς ὁ σκοπός τῆς ὀγδόης ὑποθέσεως ἀ. πρότερον;