ἀχράαντος Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape ἀχράαντος [ρᾱ], ον, poet. for ἄχραντος (q.v.), Call. Ap. 111. ἀχράαντος v. ἄχραντος. ἀ·χράαντος, ος, ον [ρᾱ] c. ἄχραντος, Call. Apoll. 110. ἀχράαντος, = ἄχραντος, Callim. Apoll. 111.