ἐγκαταλογίζομαι
ἐγκαταλογίζομαι, to reckon in
ἐγκατα-λογίζομαι,
- reckon in, Is. 11.45.
contar entre
κἀγὼ μὲν ἐ. καὶ τὰ τοῦ ὑέος τοῦ ἐκποιηθέντος
ἐγ·καταλογίζομαι, mettre en ligne de compte, Is. 88, 36.
Étym. ἐν, κ.
ἐγκαταλογίζομαι, Dep. med., darunter zählen, rechnen, Isae. 11.45.
ἐγκαταλογίζομαι
- Dep. to reckon in or among, Isae.