ἐγκαταληπτικός
ἐγκαταληπτικός, inclusive
ἐγκατα-ληπτικός, ή, όν,
- inclusive, Gal. 19.235.
que puede abarcar o contener
σημεῖον
ἐγκαταληπτικός, ή, όν, qui peut embrasser ou comprendre, Gal. 2, 25.
Étym. ἐγκαταλαμβάνω.