ἐγκαταλιμπάνω
ἐγκατα-λιμπάνω,
- = ἐγκαταλείπω, Hp. Aph. 2.12 (Pass.), Arist. Rh. 1368b19.
1 de concr. dejar tras de sí como resto, medic. en v. pas. quedar como residuo
τὰ ἐγκαταλιμπανόμενα καύματα ἐν ὑποχονδρίῳ
τὰ ἐγκαταλιμπανόμενα
los residuos
2 de pers. o abstr. abandonar
τοὺς γὰρ συγκινδυνεύοντας ... διὰ τὸν φόβον
τὸν νόμον σου
τὴν συνῳδίαν σου
θεοῦ πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῶν ἐγκαταλιμπάνοντος αὐτούς
ἐγ·καταλιμπάνω [ᾰν] (seul. prés.) abandonner, Hpc. Aph. 1244 ; Arstt. Rhet. 1, 10, 4.
Étym. ἐν, κ.
ἐγκαταλιμπάνω, = ἐγκαταλείπω, Arist. rhet. 1.4, im Stich lassen ; öfter Hippocr.