About Report a problem

Menu

ἐγκαταμίσγω

ἐγκατα-μίσγω,
  • = -μείγνυμι, τῇ διηγήσει τὰς θεατρικὰς γοητείας D.H. Th. 7:—Pass., Id. Dem. 22, cf. EM 770.52, Et.Gud. 533.49.

Saved

Recent