ἐκπληρωτής
ἐκπληρωτής, one who fulfils
ἐκπληρ-ωτής, οῦ, ὁ,
- one who fulfils, τοῦ τεταγμένου D.C. 38.24.
que cumple, cumplidor c. gen. obj.
δαίμων ἐ. τοῦ τεταγμένου
πασῶν τῶν ἐντολῶν
ἐκπληρωτής, οῦ (ὁ) celui qui accomplit, exécuteur, DC. 38, 24.
Étym. ἐκπληρόω.
ἐκπληρωτής, ὁ, der Erfüllende, DC. 38.24.