ἔμπλαστρος
ἔμπλαστρος, salve
ἔμ-πλαστρος, ἡ,
- salve or plaster, Dsc. 1.32; said to be later form of ἔμπλαστος, Gal. 13.372; also ἔμπλαστρον, τό, Hierocl. Facet. 221, PSI 3.297 (V A.D.).
medic. emplasto
κίκινον ἔλαιον ... ἐμπλάστροις μιγέν
Αἰγυπτία ἔ.
• fig. bálsamo
εὑρὼν ἰατρὸν ἔμπλαστρον ἐπιτιθέντα νεκροῖς
τῆς ὑπομονῆς
ἔμπλαστρος, ου (ἡ) c. le préc. Diosc. 1, 38 ; 2, 96 ; Gal. 13, 644.
ἔμπλαστρος, ἡ, = ἔμπλαστον, Diosc.