ἐμπλανάομαι
ἐμπλανάομαι, wander in
ἐμπλᾰνάομαι,
- wander in, πολλοῖς τόποις Hld. 2.29: abs., αἵματος περίττωμα ἐ. Plu. Am. prol. 2.495e: metaph., δύναμις -πλανωμένη erratic, Alex. fort. ib. 336f.
vagar, errar
αἵματος ... περίττωμα ... ἐμπλανᾶται καὶ βαρύνει
para explicar la menstruaciónἐμπλανηθεὶς πολλοῖς τόποις
τῷ σάλῳ
• fig. tener una actividad errática, dar tumbos c. dat.
δύναμις ἐμπλανωμένη ἑαυτῇ καὶ περιπίπτουσα
a la muerte de Alejandro
ἐμ·πλανάομαι-ῶμαι [λᾰ] s’égarer dans, dat. Hld. 2, 29.
Étym. ἐν, πλ.
ἐμπλανάομαι, dep. pass., darin herumirren, πολλοῖς τόποις Hel. 2.29.