ἔμπλαστρον
ἔμπλαστρον, plaster, salve
emplasto Cat.l.c.,
μαγμάτων εἰς ἔ.
ἐκσυρτικὸν ἔ.
emplasto depilatorio
ἔμπλαστρον, ου (τὸ) emplâtre, Diosc. Iob. 23.
Étym. ἐμπλάσσω.
ἔμπλαστρον, τό, = ἔμπλαστον, sp. Medic.
ἔμπλαστρον, plaster, salve
emplasto Cat.l.c.,
μαγμάτων εἰς ἔ.
ἐκσυρτικὸν ἔ.
emplasto depilatorio