ἐνάκανθος
ἐνάκανθος, spinous
ἐνάκανθος [ᾰκ], ον,
- spinous, Thphr. HP 3.10.1.
ἐν·άκανθος, ος, ον [ᾰκ] épineux, Th. H.P. 3, 10, 1.
Étym. ἐν, ἄκανθα.
ἐνάκανθος, mit Dornen versehen, Theophr.
ἐνάκανθος, spinous