ἐνστάζω
ἐνστάζω, to drop in
- drop in or into, τινί τι Ar. V. 702, Pi. P. 9.63 (tm.); [χάριν] φρασίν B. 12.229; ἁπαλὰς τροφάς Ph. 2.470:—Pass., εἰ δή τοι σοῦ πατρὸς ἐνέστακται μένος ἠΰ is instilled into thee, Od. 2.271; ἀλλά οἱ δεινός τις ἐνέστακτο ἵμερος Hdt. 9.3, cf. Dsc. Eup. 1.35, Plu. Ages. 11, Paus. 4.32.4.
1 tr., de líquidos verter, instilar líquidos o sustancias disueltas en los mismos
σμικρὸν ἀπ' αὐτέου ἐνστάξασα
ἢν δὲ καὶ ... ἐνστάξῃ τις ὑγρόν
ταὶ δ' ... νέκταρ ἐν χείλεσσι ... στάξοισι
ellas instilarán en sus labios néctarἈθηνᾶ τῷ Ἀχιλλεῖ νέκταρός τι ... ἐνέσταξε
τοῦτο οἶμαι αὐτὰς (τὰς μελίττας) ἐνστάξαι Πινδάρῳ
ἐ. μελίκρητον ... ἐς τὸ στόμα
ὅταν αὖον δέμας ἐν παλάμαισιν τρίψας ... ἐνιστάξῃς
λίθος μετὰ γάλακτος γυναικείου ... ἐπὶ παιδίου ἐνσταζόμενος
εἴς τε ἐμβρώματα ὀδόντος ἐνσταγεῖσα (ἡ κεδρία)
• fig. cóm.
τοῦτ' ἐρίῳ σοι ἐνστάζουσιν
2 fig., c. ac. de abstr. imbuir, infundir, inspirar en c. ac. y dat.
(ξενίαν) τὰν εἰκ ... Κλειὼ ... ἐμαῖς ἐνέσταξ[εν φρασίν
si Clío la inspiró en mi mente (la ofrenda de amistad)πόθον ... ταῖς ... ψυχαῖς ἐνέσταξαν
ἁπαλὰς τροφάς
εἰ δή τοι σοῦ πατρὸς ἐνέστακται μένος
si de tu padre la fuerza te ha sido infundidaἀλλά οἱ δεινός τις ἐνέστακτο ἵμερος
sino que le entró un deseo violentoὁ τοῦ παιδὸς ἔρως ἐνεσταγμένος
Ἀριστομένει τὸ μῖσος ... ἐνεστάχθαι
ἀνθρώπῳ ἔννοιαν ... ἐνεστάχθαι
[ἐν- 2.]
3 sing. pf. pass. ἐνέστακται.
To drop into; hence, to instil in.
With dat.: εἴ τοι σοῦ πατρὸς ἐνέστακται μένος ἠΰ Od. 2.271.
- to drop in or into a thing, c. dat., Ar.: —Pass. to be instilled into, Od., Hdt.