Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἔνστακτον
ἔνστακτον, instillation
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐνσκλῆναι
ἐνσκολιεύομαι
ἐνσκοπέομαι
ἐνσκοτίζω
ἔνσκοτος
ἐνσκυθίζω
ἐνσμύχω
ἐνσοβέω
ἔνσομφος
ἐνσοριάζω
ἐνσόριον
ἐνσοφιστεύω
ἔνσοφος
ἐνσπαθάω
ἐνσπαθίζω
ἐνσπαργανόομαι
ἐνσπαργανόω
ἐνσπαταλάω
ἐνσπειράομαι
ἐνσπειράω
ἐνσπείρω
ἐνσπερματίζομαι
ἐνσπέρματος
ἔνσπερμος
ἔνσποδος
ἔνσπονδος
ἔνσπορος
ἐνσπουδάζω
ἐνστάζω
ἐνστακτέον
ἔνστακτον
ἔνστακτος
ἐνσταλάζω
ἐνσταλάσσω
ἐνσταλόω
ἐνστασία
ἐνστασίη
ἔνστασις
ἐνστατέον
ἐνστάτης
ἐνστατικός
ἐνστατικῶς
ἐνσταυρόω
ἐνστείνομαι
ἐνστείνω
ἐνστέλλω
ἐνστενάζω
ἐνστενόομαι
ἐνστενοχωρέομαι
ἐνστενοχωρέω
ἐνστερνίζομαι
ἐνστερνίζω
ἐνστερνισάμενος
ἐνστερνομαντία
ἐνστερνομαντίαις
ἐνστεφανόω
ἐνστηθίδιος
ἐνστηθίζω
ἐνστήθιος
ἐνστήκω
ἐνστηλιζόω
…
ἔνστακτον
Save
ἔνστακτον, instillation
LSJ
ἔνστακτον, τό,
instillation
for the eyes,
Gal.
12.782.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}