ἐνσταλάζω
ἐνσταλάζω, drop in or into
ἐνστᾰλάζω,
- = ἐνστάζω, τι εἴς τι Ar. Ach. 1034, Luc. Tox. 37: aor. 2 part. Pass. ἐνσταλαγεῖσα v.l. for ἐνσταγεῖσα in Dsc. 1.77.
dejar caer gota a gota, instilar en c. giro prep.
τὸ αἷμα εἰς κύλικα
τι τῶν δηλητηρίων φαρμάκων ἐνεστάλαξαν οἴνῳ
εἴς τε ἐμβρώματα ὀδόντος ἐνσταλαγεῖσα (ἡ κεδρία)
ἀμβροσία ... ἐνσταλαζομένη τῇ τοῦ Ἀχιλλέως καρδίᾳ
• fig., cóm.
σταλαγμὸν εἰρήνης ἕνα εἰς τὸν καλαμίσκον ἐνστάλαξον τουτονί
ἐν·σταλάζω [τᾰ] c. le préc., seul. aux formes suiv., ao. impér. ἐνστάλαξον, Ar. Ach. 1034, et sbj. ἐνσταλάξωμεν, Luc. Tox. 37, avec εἰς et l’acc. ; inf. ao. 2 pass. ἐνσταλαγῆναι, Diosc. 1, 105.
ἐνσταλάζω, (σταλάζω), = ἐνστάζω, nur aor.; komisch σταλαγμὸν εἰρήνης ἕνα εἰς τὸν καλαμίσκιον ἐνστάλαξον Ar. Ach. 1033 ; ἐνσταλάξωμεν τὸ αἷμα εἰς κύλικα Luc. Tox. 37.
ἐνσταλάζω
fut. ξω, ἐνστάζω, εἴς τι, Ar.