Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐνσταλάσσω
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐνσκοτίζω
ἔνσκοτος
ἐνσκυθίζω
ἐνσμύχω
ἐνσοβέω
ἔνσομφος
ἐνσοριάζω
ἐνσόριον
ἐνσοφιστεύω
ἔνσοφος
ἐνσπαθάω
ἐνσπαθίζω
ἐνσπαργανόομαι
ἐνσπαργανόω
ἐνσπαταλάω
ἐνσπειράομαι
ἐνσπειράω
ἐνσπείρω
ἐνσπερματίζομαι
ἐνσπέρματος
ἔνσπερμος
ἔνσποδος
ἔνσπονδος
ἔνσπορος
ἐνσπουδάζω
ἐνστάζω
ἐνστακτέον
ἔνστακτον
ἔνστακτος
ἐνσταλάζω
ἐνσταλάσσω
ἐνσταλόω
ἐνστασία
ἐνστασίη
ἔνστασις
ἐνστατέον
ἐνστάτης
ἐνστατικός
ἐνστατικῶς
ἐνσταυρόω
ἐνστείνομαι
ἐνστείνω
ἐνστέλλω
ἐνστενάζω
ἐνστενόομαι
ἐνστενοχωρέομαι
ἐνστενοχωρέω
ἐνστερνίζομαι
ἐνστερνίζω
ἐνστερνισάμενος
ἐνστερνομαντία
ἐνστερνομαντίαις
ἐνστεφανόω
ἐνστηθίδιος
ἐνστηθίζω
ἐνστήθιος
ἐνστήκω
ἐνστηλιζόω
ἐνστηλιτεύω
ἐνστηλιτόω
ἐνστηλογραφέω
…
ἐνσταλάσσω
Save
DGE
ἐνσταλάσσω
• Alolema: át.
-ττω
destilar en
Eust.1187.65.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}