ἔνσπορος
ἔνσπορος, ον,
- = ἔνσπερμος, Corp.Herm. 3.3.
germinal, seminal
φύσις
σπορά
ἔν·σπορος, ος, ον, c. ἔνσπερμος, Herm. Poem. 31, 10 ; 32, 6.
Étym. *ἐνσπείρω.
germinal, seminal
φύσις
σπορά