ἐξάμβλωσις
ἐξάμβλωσις, miscarriage
ἐξάμβλ-ωσις, εως, ἡ,
- miscarriage, Hp. Nat.Puer. 18 (pl.), Thphr. HP 9.9.2, Gal. 19.178.
aborto c. gen. obj.
αἱ ἐξαμβλώσιες τῶν παιδίων
ὁ μὲν καρπὸς πρὸς τὰς ἐξαμβλώσεις (χρήσιμος)
ὁ αἴτιος τῆς ἐξαμβλώσεως γενομένος
ἐξάμβλωσις, εως (ἡ) avortement, Hpc. 33, 17.
Étym. ἐξαμβλόω.
ἐξάμβλωσις, ἡ, das Fehlgebären, Hippocr.