ἐξαλύω
ἐξᾰλύω,
- = ἐξαλέομαι, μόρον h.Bacch. 51.
escapar
μόρον ἐξαλύοντες
ἐξ·αλύω [ᾰ] (seul. part. prés.) c. le préc. Hh. 6, 51.
ἐξαλύω, = ἐξαλέομαι, κακὸν μόρον ἐξαλύοντες H.h. 6.51.
ἐξαλύω
= ἐξαλύσκω, Hhymn.