ἐξαμαυρόω
ἐξαμαυρόω, obscure utterly
- obscure utterly, E. Fr. 781.64 (lyr., Pass.):—Pass., of a plant, lose its natural character, Thphr. CP 2.16.4: metaph., ἐ. ὅσον ἐν τῷ γένει λαμπρόν Ph. 2.438; τὰ χείρονα τοῖς βελτίοσι Plu. Tranq. 2.469a; τὰ σοφίσματα ἐ. τὸ μέγεθος Longin. 17.2, dub.l. in Hp. Alim. 6.
I tr. debilitar, embotar, atenuar sent fís., ref. cualidades naturales
(ἡ τροφή) ... τὴν προτέρην (ἰδέην) ἐξημαύρωσεν
ταύτας (τὰς ἀπορροίας) ... ἐξαμαυροῦσι ... αἱ τῶν φυτῶν ὀσμαί
τὸ σισύμβριον ... ἐξαμαυρούμενον διὰ τὴν ἀργίαν
ἐν τοῖς καρποῖς ὑπὸ θερμότητος ἐξαμαυροῦται τὸ ἁλμυρόν
• ref. abstr. oscurecer fig.
ὅσον ἐν τῷ γένει λαμπρόν
τὰ τῆς ῥητορικῆς σοφίσματα ἐξαμαυροῖ ... τὸ μέγεθος
ἐξαμαυροῦν τὰ χείρονα τοῖς βελτίοσι
ἡ δὲ πλάνη τῆς ψήφου οὐ μόνον ἐξαμαυροῖ τὴν διάνοιαν
τὰ ἐν τῇ Τροίᾳ
II intr., en v. med.-pas.
1 desaparecer
ποῖ ... γᾶς ὑπὸ κεῦθος ἄφαντον ἐξαμαυρωθῶ;
• debilitarse
τὰ πλεῖστα (φυτά) τῶν Ἀραβικῶν ... ἐξαμαυροῦται διαινόμενα
la mayoría de las (plantas) arábigas cuando se humedecen se marchitanἡ μνήμη ... διὰ τὴν τῶν συνόντων ὀλιγωρίαν ἐξαμαυροῦται
τὴν αὑτοῦ τέχνην ... ἐξαμαυρωθεῖσαν
2 astr. ref. un eclipse de sol oscurecerse, desaparecer
διεξῆλθε καὶ ὅτι (ὁ ἥλιος) τῆς σελήνης ὑποτρεχούσης αὐτὸν ἐξαμαυροῦται