ἐξαμβλέομαι
ἐξαμβλέομαι, miscarry
ἐξαμβλ-έομαι, Pass.,
- miscarry, Hp. Mul. 1.25 (s. v.l.); cf. ἐξαμβλέβει· διαφθείρει, ἐγκυμονεῖ, Hsch.
provocar el aborto
αἱ μῆτραι ἔχουσι φύσιας ᾗσιν ἐξαμβλέεται
ἐξ·αμβλέομαι, ion. c. le suiv. Hpc. 600, 36.