ἐξαμβλώσκω
ἐξαμβλ-ώσκω (v.l. ἐξαμβλ-ώττω),
- = ἐξαμβλόω, Dsc. 2.164.
1 abortar
ἐγκύμων γυνή
2 provocar el aborto, hacer abortar
ποθέντες ... κόκκοι μετ' ὀξυκράτου ἐξαμβλώσκουσι
ἐξαμβλώσκω (seul. prés.) avorter, Diosc. 2, 196 ; 3, 79.
Étym. ἐξαμβλόω.
ἐξαμβλώσκω, = ἐξαμβλόω 2), Diosc.