ἐξαλλοτρίωσις
ἐξαλλοτρίωσις, alienation
ἐξαλλοτρί-ωσις, εως, ἡ,
- alienation, POxy. 94.7 (i A. D.), etc.
econ. enajenación, traspaso
ἐπ' ἐξαλλοτριώσει ἢ ἐπὶ καταχρηματισμῷ
ἐξαλλοτρίωσις, alienation
econ. enajenación, traspaso
ἐπ' ἐξαλλοτριώσει ἢ ἐπὶ καταχρηματισμῷ