ἐξαλλάκτης
ἐξαλλ-άκτης, ου, ὁ,
- = ἀλαζών, Hsch. s.v. διαμέσταν, cf. PSI 4.392.7 (iii B.C.).
fanfarrón, presuntuoso, PSI 392.7 (III a.C.),
glos. a κλοτοπευτής