ἐξαρμόζω
ἐξαρμόζω, to be displaced, wrenched out
- to be displaced, wrenched out, τὰ πλευρὰ ἐξήρμοστο τῶν σπονδύλων Philostr. Her. 1.3; ἐξηρμοσμέναι πέτραι Id. Im. 2.17; ἐξήρμοσται τὰς κνήμας ib. 4.
I tr.
1 acoplar perfectamente, encajar, ajustar en v. pas.
κιονίσκοι ... τὰ πλεῦρα τῆς βάσεως ἐξ ἑκατέρου μέρους ἐν αὑτοῖς ἔχοντες ἐξηρμοσμένα
columnitas que tenían perfectamente acoplados los lados de la base por cada una de las dos partes
2 desarticular, desencajar
καὶ τὸ ὑγιαῖνον (μέλος), εἰ βούλοιτο, διὰ τῆς αὐτῆς τέχνης ἐξήρμοσε
II intr., en v. med.-pas. desmembrarse, desarticularse, desajustarse, desgajarse
ὁ μὲν (τροχός) ἐξήρμοσται τὰς κνήμας
una de la ruedas está desarticulada, e.e., se le han desajustado los radiosἐξαρμοσθέντων ὀστῶν
τὰ πλευρὰ ἐξήρμοστο τῶν σπονδύλων
ὅτι διαστραφὲν ἐξηρμόσθη τοῦ κόσμου
καθάπερ τι μέλος τῆς ψυχῆς ὁ λογισμὸς ... ἐξαρμόζεται