ἐξάρθρημα
ἐξάρθρημα, dislocation
ἐξάρθρ-ημα, ατος, τό,
- dislocation, Hp. Art. 58, Gal. 6.876.
medic. dislocación
ἤν γέ τι τοιοῦτον αὐτοὺς ἐ. καταλάβῃ
διακριτέον ... τὸ ἐ. δὲ ἀκίνητον εἶναι μέχρι τῆς διαστάσεως
κἂν ... ἀνίατον ἐ. μείνῃ
(φλεγμονή) ἐξαρθρήμασί τε καὶ κατάγμασι ... ἐπιγίγνεται
ἐξάρθρημα, ατος (τὸ) désarticulation, luxation, Hpc. Art. 789.
Étym. ἐξαρθρέω.
ἐξάρθρημα, Hippocr. = ἐξάρθρωμα.