ἐξάρθρησις
ἐξάρθρησις, dislocation of a joint
ἐξάρθρ-ησις, εως, ἡ, = foreg., Hp. Art. 53, Gal. 6.876.
medic. dislocación, luxación
κατὰ τὸ ἰσχίον
χρησίμη πρός τε τὰς τῶν ὀστέων θέσεις καὶ ἐξαρθρήσεις
δύο ἐξαρθρήσεις ἀγκῶνος
ἐν ταῖς ἐξαρθρήσεσί τε καὶ παραρθρήσεσι
μεγάλη ἐ.
ἐξάρθρησις, εως (ἡ) c. le préc. Hpc. Art. 821.
Étym. ἐξαρθρέω.
ἐξάρθρησις, Hippocr. = ἐξάρθρωσις.