ἐξαρεσκεύομαι
ἐξᾰρεσκ-εύομαι, v.l. for sq. (q.v.).
1 ser agradable a, congraciarse con c. dat.
αὐτοῖς
τῷ θεῷ
2 incitar, atraer, arrastrar mediante la seducción
(τὸ ἐπιθυμητικὸν) εἰς μοιχείας καὶ λαγνείας ... ἐξαρεσκευόμενον
ἐξαρεσκεύομαι [ᾰ] chercher à plaire à, dat. Xén. Œc. 5, 19 (var. -εσκομένους) ; Clém. 1, 556 Migne.
ἐξαρεσκεύομαι, = ἐξαρέσκομαι ; τοῖς θεοῖς Xen. Oec. 5.19 ; Clem.Al.