ἐπικώμιος
ἐπικώμιος, of, at, or for a κῶμος or festal procession
ἐπικώμ-ιος, α, ον,
- of, at, or for a κῶμος or festal procession, ὄψ, ὕμνος, Pi. P. 10.6, N. 8.50; epith. of Apollo, IGRom. 4.1539 (Erythrae); ἐπικώμια, τά, = ἐγκώμια, praises, Pi. N. 6.32: sg., -κώμιον revel, Gloss.
ἐπι·κώμιος, α, ον, qui loue, qui célèbre, Pd. N. 8, 50 ; P. 10, 6 ; τὰ ἐπικώμια, Pd. N. 6, 33, louange, éloge.
Étym. ἐπί, κῶμος.
ἐπικώμιος, auch ἐπικωμία ὄψ, Pind. N. 10.6, = ἐγκώμιος, zum Lobe des Sieges gehörig, ὕμνος N. 8.50, vgl. 6.33.
ἐπῐκώμῐος
- 1celebrating a victory Ἱπποκλέᾳ θέλοντες ἀγαγεῖν ἐπικωμίαν ἀνδρῶν κλυτὰν ὄπα P. 10.6 ἦν γε μὰν ἐπικώμιος ὕμνος δὴ πάλαι N. 8.50 n. pro subs., victory song, ἴδια ναυστολέοντες ἐπικώμια (sc. οἱ Βασσίδαι) N. 6.32