ἐπιμάστιος
ἐπιμάστιος, breast-feeding, not yet weaned
ἐπιμάστιος, ον, (μαστός) = foreg., A.R. 4.1734, Poll. 2.8.
ἐπι·μάστιος, ος, ον, c. le préc. A. Rh. 4, 1734.
ἐπιμάστιος, = ἐπιμαστίδιος, Poll. 2.8.
ἐπιμάστιος, breast-feeding, not yet weaned