About Report a problem

Menu

ἐπιστάσιον

ἐπιστάσιον, office of ἐπιστάτης

ἐπιστάσιον [ᾰ], τό,
  • office of ἐπιστάτης, IG 2(2).1635.71, 1651.10, 1672.74.

Saved

Recent