ἐπίσταλσις Save ἐπίσταλσις, order LSJ Pape ἐπίσταλ-σις, εως, ἡ, order, in pl., Hsch. s.v. ἐπιστολαί. ἐπίσταλσις, ἡ, das Auftragen, = ἐπιστολή, Hesych.