ἔκπομα
ἔκπομα,
- = ἔκπωμα, Hsch.
copa
πεποίηκε μόνον τὸν Νέστορα αἴροντα τὸ ἔ.
παρέθηκε τράπεζαν καὶ ἐκπόματά τινα
τὰ θανάσιμα φάρμακα διδοῦσιν γλυκέσιν ἐκπόμασιν
ἔκπομα, τό, = ἔκπωμα, Hesych., s. Lobeck paralip. p. 425.