ἐκποικίλλομαι
1 adornarse de variados colores
ὄρνιθος ἐκποικιλλομένου τινὸς καὶ πολυχρωμάτου, οἱονεὶ τοῦ ταῶνος
λειμῶνα ... τοῖς ἐξ ὡρῶν βλαστήμασιν ἐκπεποικιλμένον
2 fig. adornarse artificiosamente, sofisticarse
(ἡ τέχνη ἰατρικὴ) ἐξεποικίλθη
1 adornarse de variados colores
ὄρνιθος ἐκποικιλλομένου τινὸς καὶ πολυχρωμάτου, οἱονεὶ τοῦ ταῶνος
λειμῶνα ... τοῖς ἐξ ὡρῶν βλαστήμασιν ἐκπεποικιλμένον
2 fig. adornarse artificiosamente, sofisticarse
(ἡ τέχνη ἰατρικὴ) ἐξεποικίλθη