Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἰδμάν
ἰδμάν, one who knows
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἰδιοτρόφος
ἰδιότροφος
ἰδιότυπος
ἰδιοϋπόστατος
ἰδιοφεγγής
ἰδιοφυής
ἰδιόφυτον
ἰδιόφωνος
ἰδιόχειρος
ἰδιόχρεος
ἰδιόχροιος
ἰδιόχροος
ἰδιόχρωμος
ἰδιόω
ἴδισις
ἰδίω
ἰδίωμα
ἰδιωματικός
ἰδιώνυμος
ἰδίως
ἰδίωσις
ἰδιωτεία
ἰδιωτεύω
ἰδιώτης
ἰδιωτίζω
ἰδιωτικός
ἰδιωτικῶς
ἰδιῶτις
ἰδιωτισμός
ἰδιωφελής
ἰδμάν
ἴδμεν
ἴδμεναι
ἰδμή
ἰδμοσύνη
ἴδμων
Ἴδμων
ἰδνόομαι
ἰδνόω
Ἰδογενής
ἴδοι
ἰδοί
ἰδοίατο
ἰδομαλιάδαι
Ἰδομενεύς
Ἰδομένη
ἰδόμην
ἴδον
ἶδος
ἰδός
ἰδού
ἰδοῦ
Ἰδουμαία
Ἰδουμαῖος
ἰδρεία
ἰδρείη
ἰδρία
Ἰδριάς
Ἰδριεύς
ἰδρίη
ἴδρις
…
ἰδμάν
Save
ἰδμάν, one who knows
LSJ
ἰδμάν, ᾶνος, ὁ,
one who knows,
Hdn.Gr.
1.13
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}